Mobile menu
Latest news

ΠΤΗΣΗ SpIrtoKoyto_On Air :Ο άγνωστος ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ...

ΠΤΗΣΗ
SpIrtoKoyto_On Air

  Ο άγνωστος ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ...

 

Μέσα από τα μάτια της Αγαθής Δημητρούκα, της στιχουργού, συγγραφέα και μεταφράστριας που έζησε στο πλευρό του ποιητή της «Αμοργού» για 17 χρόνια, από το 1975 έως τον θάνατο του, στις 12 του Μάη του 1992. 

 Check in απόψε στις 9 το βράδυ...

 

 

 

AΚΟΥΣΤΕ ΤΗΝ ΕΚΠΟΜΠΗ

 

 

με ένα ...
SpIrtoKoyto (Βιβή)

 
♪ ♪ ♪

Check in απόψε στις 9 το βράδυ Δείτε και το προφίλ της Βιβής Μιχαήλ

LIVE κάθε Δευτέρα βράδυ                21:00 - 23:00

On REPLAY κάθε Τρίτη μεσημέρι    12:00 - 14:00 

Παλαιότερες εκπομπές   
στο SpIrto Web Radio - το Web Radio της καρδιάς μας! Email me: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε. 

Σχόλια   

ΣΑΝΝΑ
+1 #61 ΣΑΝΝΑ 13-05-2019 21:58
Με την πατρίδα τους δεμένη στα πανιά και τα κουπιά στον άνεμο κρεμασμένα

Οι ναυαγοί κοιμήθηκαν ήμεροι σαν αγρίμια νεκρά μέσα στων σφουγγαριών τα σεντόνια

Αλλά τα μάτια των φυκιών είναι στραμμένα στη θάλασσα

Μήπως τους ξαναφέρει ο νοτιάς με τα φρεσκοβαμμένα λατίνια

Κι ένας χαμένος ελέφαντας αξίζει πάντοτε πιο πολύ από δυο στήθια κοριτσιού που σαλεύουν

Μόνο ν’ ανάψουνε στα βουνά οι στέγες των ερημοκκλησιών με το μεράκι του αποσπερίτη

Να κυματίσουνε τα πουλιά στης λεμονιάς τα κατάρτια

Με της καινούργιας περπατησιάς το σταθερό άσπρο φύσημα

Και τότε θα ‘ρθουν αέρηδες σώματα κύκνων που μείνανε άσπιλοι τρυφεροί και ακίνητοι

Μες στους οδοστρωτήρες των μαγαζιών μέσα στων λαχανόκηπων τους κυκλώνες

Όταν τα μάτια των γυναικών γίναν κάρβουνα κι έσπασαν οι καρδιές των καστανάδων

Όταν ο θερισμός εσταμάτησε κι άρχισαν οι ελπίδες των γρύλων



Γι’ αυτό λοιπόν κι εσείς παλληκάρια μου με το κρασί τα φιλιά και τα φύλλα στο στόμα σας

Θέλω να βγείτε γυμνοί στα ποτάμια

Να τραγουδήστε τη Μπαρμπαριά όπως ο ξυλουργός κυνηγάει τους σκίνους

Όπως περνάει η όχεντρα μες απ’ τα περιβόλια των κριθαριών

Με τα περήφανα μάτια της οργισμένα

Κι όπως οι αστραπές αλωνίζουν τα νιάτα.



Και μη γελάς και μην κλαις και μη χαίρεσαι

Μη σφίγγεις άδικα τα παπούτσια σου σα να φυτεύεις πλατάνια

Μη γίνεσαι ΠEΠPΩMENON

Γιατί δεν είναι ο σταυραητός ένα κλεισμένο συρτάρι

Δεν είναι δάκρυ κορομηλιάς ούτε χαμόγελο νούφαρου

Ούτε φανέλα περιστεριού και μαντολίνο Σουλτάνου

Ούτε μεταξωτή φορεσιά για το κεφάλι της φάλαινας.

Είναι πριόνι θαλασσινό που πετσοκόβει τους γλάρους

Είναι προσκέφαλο μαραγκού είναι ρολόι ζητιάνου

Είναι φωτιά σ’ ένα γύφτικο που κοροϊδεύει τις παπαδιές και νανουρίζει τα κρίνα

Είναι των Τούρκων συμπεθεριό των Αυστραλών πανηγύρι

Είναι λημέρι των Ούγγρων

Που το χινόπωρο οι φουντουκιές πάνε κρυφά κι ανταμώνουνται

Βλέπουν τους φρόνιμους πελαργούς να βάφουν μαύρα τ’ αυγά τους

Και τόνε κλαίνε κι αυτές

Καίνε τα νυχτικά τους και φορούν το μισοφόρι της πάπιας

Στρώνουν αστέρια καταγής για να πατήσουν οι βασιλιάδες

Με τ’ ασημένια τους χαϊμαλιά με την κορώνα και την πορφύρα

Σκορπάνε δεντρολίβανο στις βραγιές

Για να περάσουν οι ποντικοί να πάνε σ’ άλλο κελάρι

Να μπούνε σ’ άλλες εκκλησιές να φαν τις Άγιες Τράπεζες

Κι οι κουκουβάγιες παιδιά μου

Οι κουκουβάγιες ουρλιάζουνε

Κι οι πεθαμένες καλογριές σηκώνουνται να χορέψουν

Με ντέφια τούμπανα και βιολιά με πίπιζες και λαγούτα

Με φλάμπουρα και με θυμιατά με βότανα και μαγνάδια

Με της αρκούδας το βρακί στην παγωμένη κοιλάδα

Τρώνε τα μανιτάρια των κουναβιών

Παίζουν κορώνα-γράμματα το δαχτυλίδι τ’ Άη-Γιαννιού και τα φλουριά του Αράπη

Περιγελάνε τις μάγισσες

Κόβουν τα γένια ενός παπά με του Κολοκοτρώνη το γιαταγάνι

Λούζονται μες στην άχνη του λιβανιού

Κι ύστερα ψέλνοντας αργά μπαίνουν ξανά στη γη και σωπαίνουν

Όπως σωπαίνουν τα κύματα όπως ο κούκος τη χαραυγή όπως ο λύχνος το βράδυ.



Έτσι σ’ ένα πιθάρι βαθύ το σταφύλι ξεραίνεται και στο καμπαναριό μιας συκιάς κιτρινίζει το μήλο

Έτσι με μια γραβάτα φανταχτερή

Στην τέντα της κληματαριάς το καλοκαίρι ανασαίνει

Έτσι κοιμάται ολόγυμνη μέσα στις άσπρες κερασιές μία τρυφερή μου αγάπη

Ένα κορίτσι αμάραντο σα μυγδαλιάς κλωνάρι

Με το κεφάλι στον αγκώνα της γερτό και την παλάμη πάνω στο φλουρί της

Πάνω στην πρωινή του θαλπωρή όταν σιγά σιγά σαν τον κλέφτη

Από το παραθύρι της άνοιξης μπαίνει ο αυγερινός να την ξυπνήσει!



Λένε πως τρέμουν τα βουνά και πως θυμώνουν τα έλατα

Όταν η νύχτα ροκανάει τις πρόκες των κεραμιδιών να μπουν οι καλικάντζαροι μέσα

Όταν ρουφάει η κόλαση τον αφρισμένο μόχθο των χειμάρρων

Η όταν η χωρίστρα της πιπεριάς γίνεται του βοριά κλωτσοσκούφι.



Μόνο τα βόδια των Αχαιών μες στα παχιά λιβάδια της Θεσσαλίας

Βόσκουν ακμαία και δυνατά με τον αιώνιο ήλιο που τα κοιτάζει

Τρώνε χορτάρι πράσινο φύλλα της λεύκας σέλινα πίνουνε καθαρό νερό μες στ’ αυλάκια

Μυρίζουν τον ιδρώτα της γης κι ύστερα πέφτουνε βαριά κάτω απ’ τον ίσκιο της ιτιάς να κοιμηθούνε.



Πετάτε τους νεκρούς είπ’ ο Ηράκλειτος κι είδε τον ουρανό να χλομιάζει

Κι είδε στη λάσπη δυο μικρά κυκλάμινα να φιλιούνται

Κι έπεσε να φιλήσει κι αυτός το πεθαμένο σώμα του μες στο φιλόξενο χώμα

Όπως ο λύκος κατεβαίνει απ’ τους δρυμούς να δει το ψόφιο σκυλί και να κλάψει.

Τι να μου κάμει η σταλαγματιά που λάμπει στο μέτωπό σου;

Το ξέρω πάνω στα χείλια σου έγραψε ο κεραυνός τ’ όνομά του

Το ξέρω μέσα στα μάτια σου έχτισε ένας αητός τη φωλιά του

Μα εδώ στην όχτη την υγρή μόνο ένας δρόμος υπάρχει

Μόνο ένας δρόμος απατηλός και πρέπει να τον περάσεις

Πρέπει στο αίμα να βουτηχτείς πριν ο καιρός σε προφτάσει

Και να διαβείς αντίπερα να ξαναβρείς τους συντρόφους σου

Άνθη πουλιά ελάφια

Να βρεις μίαν άλλη θάλασσα μίαν άλλη απαλοσύνη

Να πιάσεις από τα λουριά του Αχιλλέα τ’ άλογα

Αντί να κάθεσαι βουβή τον ποταμό να μαλώνεις

Τον ποταμό να λιθοβολείς όπως η μάνα του Κίτσου.

Γιατί κι εσύ θα χεις χαθεί κι η ομορφιά σου θα χει γεράσει.

Μέσα στους κλώνους μιας λυγαριάς βλέπω το παιδικό σου πουκάμισο να στεγνώνει

Παρ το σημαία της ζωής να σαβανώσεις το θάνατο

Κι ας μη λυγίσει η καρδιά σου

Κι ας μην κυλήσει το δάκρυ σου πάνω στην αδυσώπητη τούτη γη

Όπως εκύλησε μια φορά στην παγωμένη ερημιά το δάκρυ του πιγκουίνου

Δεν ωφελεί το παράπονο

Ίδια παντού θα ναι η ζωή με το σουραύλι των φιδιών στη χώρα των φαντασμάτων

Με το τραγούδι των ληστών στα δάση των αρωμάτων

Με το μαχαίρι ενός καημού στα μάγουλα της ελπίδας

Με το μαράζι μιας άνοιξης στα φυλλοκάρδια του γκιώνη

Φτάνει ένα αλέτρι να βρεθεί κι ένα δρεπάνι κοφτερό σ’ ένα χαρούμενο χέρι

Φτάνει ν’ ανθίσει μόνο

Λίγο στάρι για τις γιορτές λίγο κρασί για τη θύμηση λίγο νερό για τη σκόνη...



Στου πικραμένου την αυλή ήλιος δεν ανατέλλει

Μόνο σκουλήκια βγαίνουνε να κοροϊδέψουν τ’ άστρα

Μόνο φυτρώνουν άλογα στις μυρμηγκοφωλιές

Και νυχτερίδες τρων πουλιά και κατουράνε σπέρμα.



Στου πικραμένου την αυλή δε βασιλεύει η νύχτα

Μόνο ξερνάν οι φυλλωσιές ένα ποτάμι δάκρυα

Όταν περνάει ο διάβολος να καβαλήσει τα σκυλιά

Και τα κοράκια κολυμπάν σ’ ένα πηγάδι μ’ αίμα.



Στου πικραμένου την αυλή το μάτι έχει στερέψει

Έχει παγώσει το μυαλό κι έχει η καρδιά πετρώσει

Κρέμονται σάρκες βατραχιών στα δόντια της αράχνης

Σκούζουν ακρίδες νηστικές σε βρυκολάκων πόδια.



Στου πικραμένου την αυλή βγαίνει χορτάρι μαύρο

Μόνο ένα βράδυ του Μαγιού πέρασε ένας αγέρας

Ένα περπάτημα ελαφρύ σα σκίρτημα του κάμπου

Ένα φιλί της θάλασσας της αφροστολισμένης.



Κι αν θα διψάσεις για νερό θα στύψουμε ένα σύννεφο

Κι αν θα πεινάσεις για ψωμί θα σφάξουμε ένα αηδόνι

Μόνο καρτέρει μία στιγμή ν’ ανοίξει ο πικραπήγανος

N’ αστράψει ο μαύρος ουρανός να λουλουδίσει ο φλόμος.



Μα είταν αγέρας κι έφυγε κορυδαλλός κι εχάθη

Είταν του Μάη το πρόσωπο του φεγγαριού η ασπράδα

Ένα περπάτημα ελαφρύ σα σκίρτημα του κάμπου

Ένα φιλί της θάλασσας της αφροστολισμένης.



Ξύπνησε γάργαρο νερό από τη ρίζα του πεύκου να βρεις τα μάτια των σπουργιτιών και να τα ζωντανέψεις ποτίζοντας το χώμα με μυρωδιά βασιλικού και με σφυρίγματα σαύρας. Το ξέρω είσαι μία φλέβα γυμνή κάτω από το φοβερό βλέμμα του ανέμου είσαι μία σπίθα βουβή μέσα στο λαμπερό πλήθος των άστρων. Δε σε προσέχει κανείς κανείς δε σταματά ν’ ακούσει την ανάσα σου μα συ με το βαρύ σου περπάτημα μες στην αγέρωχη φύση θα φτάσεις μία μέρα στα φύλλα της βερυκοκιάς θ’ ανέβεις στα λυγερά κορμιά των μικρών σπάρτων και θα κυλήσεις από τα μάτια μιας αγαπητικιάς σαν εφηβικό φεγγάρι.

Υπάρχει μία πέτρα αθάνατη που κάποτε περαστικός ένας ανθρώπινος άγγελος έγραψε τ’ όνομά του επάνω της κι ένα τραγούδι που δεν το ξέρει ακόμα κανείς ούτε τα πιο τρελά παιδιά ούτε τα πιο σοφά τ’ αηδόνια. Είναι κλεισμένη τώρα σε μια σπηλιά του βουνού Ντέβι μέσα στις λαγκαδιές και στα φαράγγια της πατρικής μου γης μα όταν ανοίξει κάποτε και τιναχτεί ενάντια στη φθορά και στο χρόνο αυτό το αγγελικό τραγούδι θα πάψει ξαφνικά η βροχή και θα στεγνώσουν οι λάσπες τα χιόνια θα λιώσουν στα βουνά θα κελαηδήσει ο άνεμος τα χελιδόνια θ’ αναστηθούν οι λυγαριές θα ριγήσουν κι οι άνθρωποι με τα κρύα μάτια και τα χλωμά πρόσωπα όταν ακούσουν τις καμπάνες να χτυπάν μέσα στα ραγισμένα καμπαναριά μοναχές τους θα βρουν καπέλα γιορτινά να φορέσουν και φιόγκους φανταχτερούς να δέσουν στα παπούτσια τους.

Γιατί τότε κανείς δε θ’ αστιεύεται πια το αίμα των ρυακιών θα ξεχειλίσει τα ζώα θα κόψουν τα χαλινάρια τους στα παχνιά το χόρτο θα πρασινίσει στους στάβλους στα κεραμίδια θα πεταχτούν ολόχλωρες παπαρούνες και μάηδες και σ’ όλα τα σταυροδρόμια θ’ ανάψουν κόκκινες φωτιές τα μεσάνυχτα. Τότε θα ‘ρθούν σιγά-σιγά τα φοβισμένα κορίτσια για να πετάξουν το τελευταίο τους ρούχο στη φωτιά κι ολόγυμνα θα χορέψουν τριγύρω της όπως την εποχή ακριβώς που είμασταν κι εμείς νέοι κι άνοιγε ένα παράθυρο την αυγή για να φυτρώσει στο στήθος τους ένα φλογάτο γαρύφαλο.

Παιδιά ίσως η μνήμη των προγόνων να είναι βαθύτερη παρηγοριά και πιο πολύτιμη συντροφιά από μία χούφτα ροδόσταμο και το μεθύσι της ομορφιάς τίποτε διαφορετικό από την κοιμισμένη τριανταφυλλιά του Ευρώτα. Καληνύχτα λοιπόν βλέπω σωρούς πεφτάστερα να σας λικνίζουν τα όνειρα μα εγώ κρατώ στα δάχτυλά μου τη μουσική για μία καλύτερη μέρα. Οι ταξιδιώτες των Ινδιών ξέρουνε περισσότερα να σας πουν απ’ τους Βυζαντινούς χρονογράφους.



O άνθρωπος κατά τον ρουν της μυστηριώδους ζωής του

Κατέλιπεν εις τους απογόνους του δείγματα πολλαπλά και αντάξια της αθανάτου καταγωγής του

Όπως επίσης κατέλιπεν ίχνη των ερειπίων του λυκαυγούς χιονοστιβάδας ουρανίων ερπετών χαρταετούς αδάμαντας και βλέμματα υακίνθων

Εν μέσω αναστεναγμών δακρύων πείνης οιμωγών και τέφρας υπογείων φρεάτων.



Πόσο πολύ σε αγάπησα εγώ μονάχα το ξέρω

Εγώ που κάποτε σ’ άγγιξα με τα μάτια της πούλιας

Και με τη χαίτη του φεγγαριού σ’ αγκάλιασα και χορέψαμε μες στους καλοκαιριάτικους κάμπους

Πάνω στη θερισμένη καλαμιά και φάγαμε μαζί το κομμένο τριφύλλι

Μαύρη μεγάλη θάλασσα με τόσα βότσαλα τριγύρω στο λαιμό τόσα χρωματιστά πετράδια στα μαλλιά σου.



Ένα καράβι μπαίνει στο γιαλό ένα μαγγανοπήγαδο σκουριασμένο βογγάει

Μια τούφα γαλανός καπνός μες στο τριανταφυλλί του ορίζοντα

Ίδιος με τη φτερούγα του γερανού που σπαράζει

Στρατιές χελιδονιών περιμένουνε να πουν στους αντρειωμένους το καλωσόρισες

Μπράτσα σηκώνουνται γυμνά με χαραγμένες άγκυρες στη μασχάλη

Μπερδεύουνται κραυγές παιδιών με το κελάδημα του πουνέντε

Μέλισσες μπαινοβγαίνουνε μες στα ρουθούνια των αγελάδων

Μαντήλια καλαματιανά κυματίζουνε

Και μία καμπάνα μακρινή βάφει τον ουρανό με λουλάκι

Σαν τη φωνή κάποιου σήμαντρου που ταξιδεύει μέσα στ’ αστέρια

Τόσους αιώνες φευγάτο

Από των Γότθων την ψυχή κι από τους τρούλους της Βαλτιμόρης

Κι απ’ τη χαμένη Αγιά-Σοφιά το μέγα μοναστήρι.

Μα πάνω στ’ αψηλὰ βουνά ποιοί να ναι αυτοί που κοιτάνε

Με την ακύμαντη ματιά και το γαλήνιο πρόσωπο;

Ποιάς πυρκαγιάς να ναι αντίλαλος αυτός ο κουρνιαχτός στον αγέρα;

Μήνα ο Καλύβας πολεμάει μήνα ο Λεβεντογιάννης;

Μήπως αμάχη επιάσανεν οι Γερμανοί με τους Μανιάτες;

Ουδ’ Καλύβας πολεμάει κι ουδ’ ο Λεβεντογιάννης

Ούτε κι αμάχη επιάσανεν οι Γερμανοί με τους Μανιάτες.

Πύργοι φυλάνε σιωπηλοί μία στοιχειωμένη πριγκίπισσα

Κορφές κυπαρισσιών συντροφεύουνε μία πεθαμένη ανεμώνη

Τσοπαναρέοι ατάραχοι μ’ ένα καλάμι φλαμουριάς λένε το πρωινό τους τραγούδι

Ένας ανόητος κυνηγός ρίχνει μία ντουφεκιά στα τρυγόνια

Κι ένας παλιός ανεμόμυλος λησμονημένος απ’ όλους

Με μία βελόνα δελφινιού ράβει τα σάπια του πανιά μοναχός του

Και κατεβαίνει απ’ τις πλαγιές με τον καράγιαλη πρίμα

Όπως κατέβαινε ο Άδωνις στα μονοπάτια του Χελμού να πει μία καλησπέρα της Γκόλφως.



Χρόνια και χρόνια πάλεψα με το μελάνι και το σφυρί βασανισμένη καρδιά μου

Με το χρυσάφι και τη φωτιά για να σου κάμω ένα κέντημα

Ένα ζουμπούλι πορτοκαλιάς

Μίαν ανθισμένη κυδωνιά να σε παρηγορήσω

Εγώ που κάποτε σ’ άγγιξα με τα μάτια της πούλιας

Και με τη χαίτη του φεγγαριού σ’ αγκάλιασα και χορέψαμε μες στους καλοκαιριάτικους κάμπους

Πάνω στη θερισμένη καλαμιά και φάγαμε μαζί το κομμένο τριφύλλι

Μαύρη μεγάλη μοναξιά με τόσα βότσαλα τριγύρω στο λαιμό τόσα χρωματιστά πετράδια στα μαλλιά σου.
SpIrtoKoyto_On Air
+1 #62 SpIrtoKoyto_On Air 13-05-2019 22:01
Παραθέτοντας ΣΑΝΝΑ:
Με την πατρίδα τους δεμένη στα πανιά και τα κουπιά στον άνεμο κρεμασμένα

Οι ναυαγοί κοιμήθηκαν ήμεροι σαν αγρίμια νεκρά μέσα στων σφουγγαριών τα σεντόνια

Αλλά τα μάτια των φυκιών είναι στραμμένα στη θάλασσα

Μήπως τους ξαναφέρει ο νοτιάς με τα φρεσκοβαμμένα λατίνια

Κι ένας χαμένος ελέφαντας αξίζει πάντοτε πιο πολύ από δυο στήθια κοριτσιού που σαλεύουν

Μόνο ν’ ανάψουνε στα βουνά οι στέγες των ερημοκκλησιών με το μεράκι του αποσπερίτη

Να κυματίσουνε τα πουλιά στης λεμονιάς τα κατάρτια

Με της καινούργιας περπατησιάς το σταθερό άσπρο φύσημα

Και τότε θα ‘ρθουν αέρηδες σώματα κύκνων που μείνανε άσπιλοι τρυφεροί και ακίνητοι

Μες στους οδοστρωτήρες των μαγαζιών μέσα στων λαχανόκηπων τους κυκλώνες

Όταν τα μάτια των γυναικών γίναν κάρβουνα κι έσπασαν οι καρδιές των καστανάδων

Όταν ο θερισμός εσταμάτησε κι άρχισαν οι ελπίδες των γρύλων



Γι’ αυτό λοιπόν κι εσείς παλληκάρια μου με το κρασί τα φιλιά και τα φύλλα στο στόμα σας

Θέλω να βγείτε γυμνοί στα ποτάμια

Να τραγουδήστε τη Μπαρμπαριά όπως ο ξυλουργός κυνηγάει τους σκίνους

Όπως περνάει η όχεντρα μες απ’ τα περιβόλια των κριθαριών

Με τα περήφανα μάτια της οργισμένα

Κι όπως οι αστραπές αλωνίζουν τα νιάτα.



Και μη γελάς και μην κλαις και μη χαίρεσαι

Μη σφίγγεις άδικα τα παπούτσια σου σα να φυτεύεις πλατάνια

Μη γίνεσαι ΠEΠPΩMENON

Γιατί δεν είναι ο σταυραητός ένα κλεισμένο συρτάρι

Δεν είναι δάκρυ κορομηλιάς ούτε χαμόγελο νούφαρου

Ούτε φανέλα περιστεριού και μαντολίνο Σουλτάνου

Ούτε μεταξωτή φορεσιά για το κεφάλι της φάλαινας.

Είναι πριόνι θαλασσινό που πετσοκόβει τους γλάρους

Είναι προσκέφαλο μαραγκού είναι ρολόι ζητιάνου

Είναι φωτιά σ’ ένα γύφτικο που κοροϊδεύει τις παπαδιές και νανουρίζει τα κρίνα

Είναι των Τούρκων συμπεθεριό των Αυστραλών πανηγύρι

Είναι λημέρι των Ούγγρων

Που το χινόπωρο οι φουντουκιές πάνε κρυφά κι ανταμώνουνται

Βλέπουν τους φρόνιμους πελαργούς να βάφουν μαύρα τ’ αυγά τους

Και τόνε κλαίνε κι αυτές

Καίνε τα νυχτικά τους και φορούν το μισοφόρι της πάπιας

Στρώνουν αστέρια καταγής για να πατήσουν οι βασιλιάδες

Με τ’ ασημένια τους χαϊμαλιά με την κορώνα και την πορφύρα

Σκορπάνε δεντρολίβανο στις βραγιές

Για να περάσουν οι ποντικοί να πάνε σ’ άλλο κελάρι

Να μπούνε σ’ άλλες εκκλησιές να φαν τις Άγιες Τράπεζες

Κι οι κουκουβάγιες παιδιά μου

Οι κουκουβάγιες ουρλιάζουνε

Κι οι πεθαμένες καλογριές σηκώνουνται να χορέψουν

Με ντέφια τούμπανα και βιολιά με πίπιζες και λαγούτα

Με φλάμπουρα και με θυμιατά με βότανα και μαγνάδια

Με της αρκούδας το βρακί στην παγωμένη κοιλάδα

Τρώνε τα μανιτάρια των κουναβιών

Παίζουν κορώνα-γράμματα το δαχτυλίδι τ’ Άη-Γιαννιού και τα φλουριά του Αράπη

Περιγελάνε τις μάγισσες

Κόβουν τα γένια ενός παπά με του Κολοκοτρώνη το γιαταγάνι

Λούζονται μες στην άχνη του λιβανιού

Κι ύστερα ψέλνοντας αργά μπαίνουν ξανά στη γη και σωπαίνουν

Όπως σωπαίνουν τα κύματα όπως ο κούκος τη χαραυγή όπως ο λύχνος το βράδυ.



Έτσι σ’ ένα πιθάρι βαθύ το σταφύλι ξεραίνεται και στο καμπαναριό μιας συκιάς κιτρινίζει το μήλο

Έτσι με μια γραβάτα φανταχτερή

Στην τέντα της κληματαριάς το καλοκαίρι ανασαίνει

Έτσι κοιμάται ολόγυμνη μέσα στις άσπρες κερασιές μία τρυφερή μου αγάπη

Ένα κορίτσι αμάραντο σα μυγδαλιάς κλωνάρι

Με το κεφάλι στον αγκώνα της γερτό και την παλάμη πάνω στο φλουρί της

Πάνω στην πρωινή του θαλπωρή όταν σιγά σιγά σαν τον κλέφτη

Από το παραθύρι της άνοιξης μπαίνει ο αυγερινός να την ξυπνήσει!



Λένε πως τρέμουν τα βουνά και πως θυμώνουν τα έλατα

Όταν η νύχτα ροκανάει τις πρόκες των κεραμιδιών να μπουν οι καλικάντζαροι μέσα

Όταν ρουφάει η κόλαση τον αφρισμένο μόχθο των χειμάρρων

Η όταν η χωρίστρα της πιπεριάς γίνεται του βοριά κλωτσοσκούφι.



Μόνο τα βόδια των Αχαιών μες στα παχιά λιβάδια της Θεσσαλίας

Βόσκουν ακμαία και δυνατά με τον αιώνιο ήλιο που τα κοιτάζει

Τρώνε χορτάρι πράσινο φύλλα της λεύκας σέλινα πίνουνε καθαρό νερό μες στ’ αυλάκια

Μυρίζουν τον ιδρώτα της γης κι ύστερα πέφτουνε βαριά κάτω απ’ τον ίσκιο της ιτιάς να κοιμηθούνε.



Πετάτε τους νεκρούς είπ’ ο Ηράκλειτος κι είδε τον ουρανό να χλομιάζει

Κι είδε στη λάσπη δυο μικρά κυκλάμινα να φιλιούνται

Κι έπεσε να φιλήσει κι αυτός το πεθαμένο σώμα του μες στο φιλόξενο χώμα

Όπως ο λύκος κατεβαίνει απ’ τους δρυμούς να δει το ψόφιο σκυλί και να κλάψει.

Τι να μου κάμει η σταλαγματιά που λάμπει στο μέτωπό σου;

Το ξέρω πάνω στα χείλια σου έγραψε ο κεραυνός τ’ όνομά του

Το ξέρω μέσα στα μάτια σου έχτισε ένας αητός τη φωλιά του

Μα εδώ στην όχτη την υγρή μόνο ένας δρόμος υπάρχει

Μόνο ένας δρόμος απατηλός και πρέπει να τον περάσεις

Πρέπει στο αίμα να βουτηχτείς πριν ο καιρός σε προφτάσει

Και να διαβείς αντίπερα να ξαναβρείς τους συντρόφους σου

Άνθη πουλιά ελάφια

Να βρεις μίαν άλλη θάλασσα μίαν άλλη απαλοσύνη

Να πιάσεις από τα λουριά του Αχιλλέα τ’ άλογα

Αντί να κάθεσαι βουβή τον ποταμό να μαλώνεις

Τον ποταμό να λιθοβολείς όπως η μάνα του Κίτσου.

Γιατί κι εσύ θα χεις χαθεί κι η ομορφιά σου θα χει γεράσει.

Μέσα στους κλώνους μιας λυγαριάς βλέπω το παιδικό σου πουκάμισο να στεγνώνει

Παρ το σημαία της ζωής να σαβανώσεις το θάνατο

Κι ας μη λυγίσει η καρδιά σου

Κι ας μην κυλήσει το δάκρυ σου πάνω στην αδυσώπητη τούτη γη

Όπως εκύλησε μια φορά στην παγωμένη ερημιά το δάκρυ του πιγκουίνου

Δεν ωφελεί το παράπονο

Ίδια παντού θα ναι η ζωή με το σουραύλι των φιδιών στη χώρα των φαντασμάτων

Με το τραγούδι των ληστών στα δάση των αρωμάτων

Με το μαχαίρι ενός καημού στα μάγουλα της ελπίδας

Με το μαράζι μιας άνοιξης στα φυλλοκάρδια του γκιώνη

Φτάνει ένα αλέτρι να βρεθεί κι ένα δρεπάνι κοφτερό σ’ ένα χαρούμενο χέρι

Φτάνει ν’ ανθίσει μόνο

Λίγο στάρι για τις γιορτές λίγο κρασί για τη θύμηση λίγο νερό για τη σκόνη...



Στου πικραμένου την αυλή ήλιος δεν ανατέλλει

Μόνο σκουλήκια βγαίνουνε να κοροϊδέψουν τ’ άστρα

Μόνο φυτρώνουν άλογα στις μυρμηγκοφωλιές

Και νυχτερίδες τρων πουλιά και κατουράνε σπέρμα.



Στου πικραμένου την αυλή δε βασιλεύει η νύχτα

Μόνο ξερνάν οι φυλλωσιές ένα ποτάμι δάκρυα

Όταν περνάει ο διάβολος να καβαλήσει τα σκυλιά

Και τα κοράκια κολυμπάν σ’ ένα πηγάδι μ’ αίμα.



Στου πικραμένου την αυλή το μάτι έχει στερέψει

Έχει παγώσει το μυαλό κι έχει η καρδιά πετρώσει

Κρέμονται σάρκες βατραχιών στα δόντια της αράχνης

Σκούζουν ακρίδες νηστικές σε βρυκολάκων πόδια.



Στου πικραμένου την αυλή βγαίνει χορτάρι μαύρο

Μόνο ένα βράδυ του Μαγιού πέρασε ένας αγέρας

Ένα περπάτημα ελαφρύ σα σκίρτημα του κάμπου

Ένα φιλί της θάλασσας της αφροστολισμένης.



Κι αν θα διψάσεις για νερό θα στύψουμε ένα σύννεφο

Κι αν θα πεινάσεις για ψωμί θα σφάξουμε ένα αηδόνι

Μόνο καρτέρει μία στιγμή ν’ ανοίξει ο πικραπήγανος

N’ αστράψει ο μαύρος ουρανός να λουλουδίσει ο φλόμος.



Μα είταν αγέρας κι έφυγε κορυδαλλός κι εχάθη

Είταν του Μάη το πρόσωπο του φεγγαριού η ασπράδα

Ένα περπάτημα ελαφρύ σα σκίρτημα του κάμπου

Ένα φιλί της θάλασσας της αφροστολισμένης.



Ξύπνησε γάργαρο νερό από τη ρίζα του πεύκου να βρεις τα μάτια των σπουργιτιών και να τα ζωντανέψεις ποτίζοντας το χώμα με μυρωδιά βασιλικού και με σφυρίγματα σαύρας. Το ξέρω είσαι μία φλέβα γυμνή κάτω από το φοβερό βλέμμα του ανέμου είσαι μία σπίθα βουβή μέσα στο λαμπερό πλήθος των άστρων. Δε σε προσέχει κανείς κανείς δε σταματά ν’ ακούσει την ανάσα σου μα συ με το βαρύ σου περπάτημα μες στην αγέρωχη φύση θα φτάσεις μία μέρα στα φύλλα της βερυκοκιάς θ’ ανέβεις στα λυγερά κορμιά των μικρών σπάρτων και θα κυλήσεις από τα μάτια μιας αγαπητικιάς σαν εφηβικό φεγγάρι.

Υπάρχει μία πέτρα αθάνατη που κάποτε περαστικός ένας ανθρώπινος άγγελος έγραψε τ’ όνομά του επάνω της κι ένα τραγούδι που δεν το ξέρει ακόμα κανείς ούτε τα πιο τρελά παιδιά ούτε τα πιο σοφά τ’ αηδόνια. Είναι κλεισμένη τώρα σε μια σπηλιά του βουνού Ντέβι μέσα στις λαγκαδιές και στα φαράγγια της πατρικής μου γης μα όταν ανοίξει κάποτε και τιναχτεί ενάντια στη φθορά και στο χρόνο αυτό το αγγελικό τραγούδι θα πάψει ξαφνικά η βροχή και θα στεγνώσουν οι λάσπες τα χιόνια θα λιώσουν στα βουνά θα κελαηδήσει ο άνεμος τα χελιδόνια θ’ αναστηθούν οι λυγαριές θα ριγήσουν κι οι άνθρωποι με τα κρύα μάτια και τα χλωμά πρόσωπα όταν ακούσουν τις καμπάνες να χτυπάν μέσα στα ραγισμένα καμπαναριά μοναχές τους θα βρουν καπέλα γιορτινά να φορέσουν και φιόγκους φανταχτερούς να δέσουν στα παπούτσια τους.

Γιατί τότε κανείς δε θ’ αστιεύεται πια το αίμα των ρυακιών θα ξεχειλίσει τα ζώα θα κόψουν τα χαλινάρια τους στα παχνιά το χόρτο θα πρασινίσει στους στάβλους στα κεραμίδια θα πεταχτούν ολόχλωρες παπαρούνες και μάηδες και σ’ όλα τα σταυροδρόμια θ’ ανάψουν κόκκινες φωτιές τα μεσάνυχτα. Τότε θα ‘ρθούν σιγά-σιγά τα φοβισμένα κορίτσια για να πετάξουν το τελευταίο τους ρούχο στη φωτιά κι ολόγυμνα θα χορέψουν τριγύρω της όπως την εποχή ακριβώς που είμασταν κι εμείς νέοι κι άνοιγε ένα παράθυρο την αυγή για να φυτρώσει στο στήθος τους ένα φλογάτο γαρύφαλο.

Παιδιά ίσως η μνήμη των προγόνων να είναι βαθύτερη παρηγοριά και πιο πολύτιμη συντροφιά από μία χούφτα ροδόσταμο και το μεθύσι της ομορφιάς τίποτε διαφορετικό από την κοιμισμένη τριανταφυλλιά του Ευρώτα. Καληνύχτα λοιπόν βλέπω σωρούς πεφτάστερα να σας λικνίζουν τα όνειρα μα εγώ κρατώ στα δάχτυλά μου τη μουσική για μία καλύτερη μέρα. Οι ταξιδιώτες των Ινδιών ξέρουνε περισσότερα να σας πουν απ’ τους Βυζαντινούς χρονογράφους.



O άνθρωπος κατά τον ρουν της μυστηριώδους ζωής του

Κατέλιπεν εις τους απογόνους του δείγματα πολλαπλά και αντάξια της αθανάτου καταγωγής του

Όπως επίσης κατέλιπεν ίχνη των ερειπίων του λυκαυγούς χιονοστιβάδας ουρανίων ερπετών χαρταετούς αδάμαντας και βλέμματα υακίνθων

Εν μέσω αναστεναγμών δακρύων πείνης οιμωγών και τέφρας υπογείων φρεάτων.



Πόσο πολύ σε αγάπησα εγώ μονάχα το ξέρω

Εγώ που κάποτε σ’ άγγιξα με τα μάτια της πούλιας

Και με τη χαίτη του φεγγαριού σ’ αγκάλιασα και χορέψαμε μες στους καλοκαιριάτικους κάμπους

Πάνω στη θερισμένη καλαμιά και φάγαμε μαζί το κομμένο τριφύλλι

Μαύρη μεγάλη θάλασσα με τόσα βότσαλα τριγύρω στο λαιμό τόσα χρωματιστά πετράδια στα μαλλιά σου.



Ένα καράβι μπαίνει στο γιαλό ένα μαγγανοπήγαδο σκουριασμένο βογγάει

Μια τούφα γαλανός καπνός μες στο τριανταφυλλί του ορίζοντα

Ίδιος με τη φτερούγα του γερανού που σπαράζει

Στρατιές χελιδονιών περιμένουνε να πουν στους αντρειωμένους το καλωσόρισες

Μπράτσα σηκώνουνται γυμνά με χαραγμένες άγκυρες στη μασχάλη

Μπερδεύουνται κραυγές παιδιών με το κελάδημα του πουνέντε

Μέλισσες μπαινοβγαίνουνε μες στα ρουθούνια των αγελάδων

Μαντήλια καλαματιανά κυματίζουνε

Και μία καμπάνα μακρινή βάφει τον ουρανό με λουλάκι

Σαν τη φωνή κάποιου σήμαντρου που ταξιδεύει μέσα στ’ αστέρια

Τόσους αιώνες φευγάτο

Από των Γότθων την ψυχή κι από τους τρούλους της Βαλτιμόρης

Κι απ’ τη χαμένη Αγιά-Σοφιά το μέγα μοναστήρι.

Μα πάνω στ’ αψηλὰ βουνά ποιοί να ναι αυτοί που κοιτάνε

Με την ακύμαντη ματιά και το γαλήνιο πρόσωπο;

Ποιάς πυρκαγιάς να ναι αντίλαλος αυτός ο κουρνιαχτός στον αγέρα;

Μήνα ο Καλύβας πολεμάει μήνα ο Λεβεντογιάννης;

Μήπως αμάχη επιάσανεν οι Γερμανοί με τους Μανιάτες;

Ουδ’ Καλύβας πολεμάει κι ουδ’ ο Λεβεντογιάννης

Ούτε κι αμάχη επιάσανεν οι Γερμανοί με τους Μανιάτες.

Πύργοι φυλάνε σιωπηλοί μία στοιχειωμένη πριγκίπισσα

Κορφές κυπαρισσιών συντροφεύουνε μία πεθαμένη ανεμώνη

Τσοπαναρέοι ατάραχοι μ’ ένα καλάμι φλαμουριάς λένε το πρωινό τους τραγούδι

Ένας ανόητος κυνηγός ρίχνει μία ντουφεκιά στα τρυγόνια

Κι ένας παλιός ανεμόμυλος λησμονημένος απ’ όλους

Με μία βελόνα δελφινιού ράβει τα σάπια του πανιά μοναχός του

Και κατεβαίνει απ’ τις πλαγιές με τον καράγιαλη πρίμα

Όπως κατέβαινε ο Άδωνις στα μονοπάτια του Χελμού να πει μία καλησπέρα της Γκόλφως.



Χρόνια και χρόνια πάλεψα με το μελάνι και το σφυρί βασανισμένη καρδιά μου

Με το χρυσάφι και τη φωτιά για να σου κάμω ένα κέντημα

Ένα ζουμπούλι πορτοκαλιάς

Μίαν ανθισμένη κυδωνιά να σε παρηγορήσω

Εγώ που κάποτε σ’ άγγιξα με τα μάτια της πούλιας

Και με τη χαίτη του φεγγαριού σ’ αγκάλιασα και χορέψαμε μες στους καλοκαιριάτικους κάμπους

Πάνω στη θερισμένη καλαμιά και φάγαμε μαζί το κομμένο τριφύλλι

Μαύρη μεγάλη μοναξιά με τόσα βότσαλα τριγύρω στο λαιμό τόσα χρωματιστά πετράδια στα μαλλιά σου.


>bravo >bravo
ΣΑΝΝΑ
+1 #63 ΣΑΝΝΑ 13-05-2019 22:01
Άνοιξα πάλι την πόρτα σου κι ήρθα
για να πιω τ’ αφιόνι σου μια βραδιά
κι είδα να σβήνει για μένα μια σπίθα
μες στο παραγώνι σου.

Έτσι γυρίζει της μοίρας τ’ αδράχτι
κι ο καημός δε λέγεται,
κι από μια σπίθα κρυμμένη στη στάχτη
τ’ όνειρό μας καίγεται.

Ήρθες κοντά μου και πάλι σαν πρώτα,
μια στιγμή δε γύρισα να σε δω,
στάθηκα μόνο για λίγο στην πόρτα
κι έχε γεια ψιθύρισα.

Έτσι γυρίζει της μοίρας τ’ αδράχτι
κι ο καημός δε λέγεται,
κι από μια σπίθα κρυμμένη στη στάχτη
τ’ όνειρό μας καίγεται.
ΣΑΝΝΑ
+1 #64 ΣΑΝΝΑ 13-05-2019 22:03
Τ’ αστέρι του βοριά
θα φέρει η ξαστεριά
μα πριν φανεί μέσα από το πέλαγο πανί
θα γίνω κύμα και φωτιά
να σ’ αγκαλιάσω ξενιτιά

Κι εσύ χαμένη μου Πατρίδα μακρινή
θα γίνεις χάδι και πληγή
σαν ξημερώσει σ’ άλλη γη

Τώρα πετώ για της ζωής το πανηγύρι,
Τώρα πετώ για της χαράς μου τη γιορτή

Φεγγάρια μου παλιά
καινούρια μου πουλιά
διώχτε τον ήλιο και τη μέρα απ’ το βουνό
για να με δείτε να περνώ
σαν αστραπή στον ουρανό.
ΣΑΝΝΑ
+1 #65 ΣΑΝΝΑ 13-05-2019 22:03
ΣΑΝΝΑ
+1 #66 ΣΑΝΝΑ 13-05-2019 22:04
SpIrtoKoyto_On Air
+1 #67 SpIrtoKoyto_On Air 13-05-2019 22:05
Παραθέτοντας ΣΑΝΝΑ:

Κλασσική φωτο του Γκάτσου...
ΣΑΝΝΑ
+1 #68 ΣΑΝΝΑ 13-05-2019 22:06
Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
1. Δήμητρα Γαλάνη
2. Ηλίας Λιούγκος
3. Γιώργος Μαρίνος

Η πίκρα σήμερα
δεν έχει σύνορα
κι εσύ δεν έπρεπε να μ’ αρνηθείς.
Κάποτε αλίμονο
στο μεσοχείμωνο
τον ήλιο σου `φερα να ζεσταθεί

Κοίτα πώς κλαίει ο ουρανός
δεν είναι πια γιορτή.
Έγινε τ’ όνειρο καπνός
πες μου γιατί, γιατί.
Κοίτα πώς κλαίει ο ουρανός
μα εσύ καρδιά μην κλαις,
κι όταν χτυπάει ο κεραυνός,
τραγούδι εσύ να λες.

Νύχτωσε, βράδιασε,
ο κόσμος άδειασε,
κρύβω το δάκρυ μου και καρτερώ.
Μα εσύ δεν έρχεσαι,
βρέχει και βρέχεσαι,
ποτήρι μου `δωσες, φαρμακερό.
ΣΑΝΝΑ
+1 #69 ΣΑΝΝΑ 13-05-2019 22:07
ΣΑΝΝΑ
+1 #70 ΣΑΝΝΑ 13-05-2019 22:10
Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Μουσική: Δήμος Μούτσης
1. Μανώλης Μητσιάς

Στη ζωή μας βρήκαμε
ήλιους και φεγγάρια.
Μόνοι μας τα σβήσαμε
κι ήρθανε σκοτάδια.

Μακρινή της αγάπης ώρα,
σε ξεχάσαμε.
Μες στη λάσπη και μες στη μπόρα
τις ψυχές μας τις χάσαμε.

Όλα γκρεμιστήκανε,
δεν υπάρχει νόμος.
Στην καρδιά παράπονο
και στα μάτια ο τρόμος.

Το σκυλί στην πόρτα μας
έγινε τσακάλι.
Πέφτουν οι καλύτεροι
προχωρούν οι άλλοι.
ΣΑΝΝΑ
#71 ΣΑΝΝΑ 13-05-2019 22:12
img.discogs.com/.../filters:strip_icc():format(jpeg):mode_rgb():quality(90)/discogs-imag es/R-2394756-1385721847-7811.jpeg.jpg
ΣΑΝΝΑ
+1 #72 ΣΑΝΝΑ 13-05-2019 22:12
ΣΑΝΝΑ
+1 #73 ΣΑΝΝΑ 13-05-2019 22:14
Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
1. Γιώργος Ρωμανός
2. Γιώργος Νταλάρας
3. Νανά Μούσχουρη
4. Κώστας Θωμαΐδης
5. Γιώργος Μούτσιος

Αερικό Αερικό λένε την κόρη που αγαπώ
Αερικό Αερικό λένε την κόρη που αγαπώ

Βγήκα στο δρόμο μια βραδιά
κι είδα να παίζουν τα παιδιά
μα πιο ψηλά στον ουρανό
έπαιζε ένα άστρο μακρινό

Αερικό Αερικό λεν το λουλούδι που αγαπώ

Πήγα και βρήκα χρυσικό
για δαχτυλίδι μαγικό
μα ήταν το δάχτυλο μικρό
και το χαμόγελο πικρό

Αερικό Αερικό λένε τα μάτια που αγαπώ

Τώρα θα ανάψω μια φωτιά
στα κυπαρίσσια του νοτιά
και στην ψηλότερη κορφή
θα σ’ έχω μάνα κι αδερφή

Αερικό Αερικό λεν την αγάπη που αγαπώ
ΣΑΝΝΑ
+1 #74 ΣΑΝΝΑ 13-05-2019 22:14
ΣΑΝΝΑ
+1 #75 ΣΑΝΝΑ 13-05-2019 22:16
ΣΑΝΝΑ
+1 #76 ΣΑΝΝΑ 13-05-2019 22:18
Άλλες ερμηνείες:
Βασίλης Λέκκας
Μάριος Φραγκούλης
Μαρία Φαραντούρη
Αλκίνοος Ιωαννίδης
Μανώλης Μητσιάς
Σαββίνα Γιαννάτου

Ακούστε την ιστορία του Κεμάλ
ενός νεαρού πρίγκιπα, της ανατολής
απόγονου του Σεβάχ του θαλασσινού,
που νόμισε ότι μπορεί να αλλάξει τον κόσμο.
αλλά πικρές οι βουλές του Αλλάχ
και σκοτεινές οι ψυχές των ανθρώπων.

Στης Ανατολής τα μέρη μια φορά και ένα καιρό
ήταν άδειο το κεμέρι, μουχλιασμένο το νερό
στη Μοσσούλη, τη Βασσόρα, στην παλιά τη χουρμαδιά
πικραμένα κλαίνε τώρα της ερήμου τα παιδιά.

Κι ένας νέος από σόι και γενιά βασιλική
αγροικάει το μοιρολόι και τραβάει κατά εκεί.
τον κοιτάν οι Βεδουίνοι με ματιά λυπητερή
κι όρκο στον Αλλάχ τους δίνει, πως θ’ αλλάξουν οι καιροί.

Σαν ακούσαν οι αρχόντοι του παιδιού την αφοβιά
ξεκινάν με λύκου δόντι και με λιονταριού προβιά
απ’ τον Τίγρη στον Ευφράτη, απ’ τη γη στον ουρανό
κυνηγάν τον αποστάτη να τον πιάσουν ζωντανό.

Πέφτουν πάνω του τα στίφη, σαν ακράτητα σκυλιά
και τον πάνε στο χαλίφη να του βάλει την θηλιά
μαύρο μέλι μαύρο γάλα ήπιε εκείνο το πρωί
πριν αφήσει στην κρεμάλα τη στερνή του την πνοή.

Με δύο γέρικες καμήλες μ’ ένα κόκκινο φαρί
στου παράδεισου τις πύλες ο προφήτης καρτερεί.
πάνε τώρα χέρι χέρι κι είναι γύρω συννεφιά
μα της Δαμασκού τ’ αστέρι τους κρατούσε συντροφιά.

Σ’ ένα μήνα σ’ ένα χρόνο βλέπουν μπρος τους τον Αλλάχ
που από τον ψηλό του θρόνο λέει στον άμυαλο Σεβάχ:
«νικημένο μου ξεφτέρι δεν αλλάζουν οι καιροί,
με φωτιά και με μαχαίρι πάντα ο κόσμος προχωρεί»

Καληνύχτα Κεμάλ, αυτός ο κόσμος δε θα αλλάξει ποτέ
Καληνύχτα...
ΣΑΝΝΑ
+1 #77 ΣΑΝΝΑ 13-05-2019 22:20
ΣΑΝΝΑ
+1 #78 ΣΑΝΝΑ 13-05-2019 22:21
«Στη Νέα Υόρκη το χειμώνα του ΄68, συνάντησα ένα νέο παιδί είκοσι χρονών που το λέγανε Κεμάλ. Μου τον γνωρίσανε. Τι μεγάλο και φορτισμένο από μνήμες όνομα για ένα τόσο όμορφο και νεαρό αγόρι, σκέφθηκα. Είχε φύγει απ’ τον τόπο του με πρόσχημα κάποιες πολιτικές του αντιθέσεις. Στην πραγματικότητα, φαντάζομαι, ήθελε να χαθεί μέσ’ στην Αμερική.


Του το είπα. Χαμογέλασε. -Δέχεστε να σας ξεναγήσω; Αρνήθηκε ευγενικά. Προτιμούσε μόνος. Κι έτσι σαν γύρισα στο σπίτι μου τον έκανα τραγούδι, μουσική. Ο Γκάτσος εκ των υστέρων, γράφοντας τους στίχους στα ελληνικά, τον έκανε Άραβα πρίγκιπα να προστατεύει τους αδυνάτους. Κάτι σαν μια ταινία του Έρολ Φλιν του ΄35.

Η Πελοπόννησος (σσ. καταγωγή του Γκάτσου), από τη φύση της αδυνατεί να κατανοήσει την αμαρτωλή ιδιότητα των μουσουλμάνων Τούρκων, που μοιάζουν σαν ηλεκτρισμένα σύννεφα πάνω απ’ τον Έβρο, ή σαν χαμένα και περήφανα σκυλιά. Το μόνο που αφήσαμε ανέπαφο στα ελληνικά είναι εκείνο το «Καληνύχτα Κεμάλ».

Είτε πρίγκιπας άραψ είτε μωαμεθανός νεαρός της Νέας Υόρκης, του οφείλουμε μια «καληνύχτα» τέλος πάντων, για να μπορέσουμε να κοιμηθούμε ήσυχα τη νύχτα. Χωρίς τύψεις, χωρίς άχρηστους πόθους κι επιθυμίες. Κατά πως πρέπει σ΄ Έλληνες, απέναντι σ΄ ένα νεαρό μωαμεθανό- όπως θα έλεγεν κι ο φίλος μας ο ποιητής ο Καβάφης.»...
ΣΑΝΝΑ
+1 #79 ΣΑΝΝΑ 13-05-2019 22:22
Το τραγούδι στα ελληνικά ερμηνεύει η Αλίκη Καγιαλόγλου και ο ίδιος ο Μάνος Χατζιδάκις κάνει τον αφηγητή στην αρχή. Στη συνέχεια το τραγούδι ερμήνευσε πλειάδα καλλιτεχνών, όπως η Μαρία Φαραντούρη, ο Βασίλης Λέκκας, ο Αλκίνοος Ιωαννίδης, η Σαβίνα Γιαννάτου και άλλοι.
ΣΑΝΝΑ
+1 #80 ΣΑΝΝΑ 13-05-2019 22:22
Με τον αγγλικό του στίχο επανεκτελέστηκε από το ελληνικό συγκρότημα ποπ - εναλλακτικής ροκ μουσικής Raining Pleasure, οι οποίοι το 2004, αποδεχόμενοι την πρόταση του θετού γιού του Μάνου Χατζιδάκι και της Έλλης Πασπαλά, ηχογράφησαν σε στούντιο στη Γερμανία το θρυλικό άλμπουμ «Reflections».
ΣΑΝΝΑ
+1 #81 ΣΑΝΝΑ 13-05-2019 22:23
Η πρώτη εκτέλεση του τραγουδιού σε αγγλικό στίχο περιλαμβάνεται στον δίσκο «Reflections», έπειτα από τη συνεργασία του συνθέτη με το συγκρότημα New York rock & Roll Ensemble.
ΣΑΝΝΑ
+1 #82 ΣΑΝΝΑ 13-05-2019 22:25
Ώπα ώπα ώπα ώπα
σου το λέγω και σου το 'πα
το κορμάκι το φιδίσιο
μην το γέρνεις μπρός και πίσω
το κορμάκι το φιδίσιο
κράτα το και λίγο ίσιο
Χόρεψε μπουρνοβαλιά μου
να σου στείλω τα φιλιά μου
χόρεψε χανούμισα
μου 'μοιασες και σου 'μοιασα
Χόρεψε μπουρνοβαλιά μου
να θυμάμαι τα παλιά μου
χόρεψε αγαπούλα μου
παραμύθι πούλα μου
Ώπα ώπα ώπα ώπα
κοίτα γύρω σου και σώπα
μάτια σε τρυπάνε χίλια
μέσ' απ' της καρδιάς τη γρίλια
μάτια σε τρυπάνε χίλια
με χαμόγελο και ζήλια
Χόρεψε μπουρνοβαλιά μου
να θυμάμαι τα παλιά μου
χόρεψε χανούμισα
μου 'μοιασες και σου 'μοιασα
Χόρεψε μπουρνοβαλιά μου
να σου στείλω τα φιλιά μου
χόρεψε αγαπούλα μου
παραμύθι πούλα μου
ΣΑΝΝΑ
+1 #83 ΣΑΝΝΑ 13-05-2019 22:26
ΣΑΝΝΑ
+1 #84 ΣΑΝΝΑ 13-05-2019 22:27
girl dance
ΣΑΝΝΑ
+1 #85 ΣΑΝΝΑ 13-05-2019 22:27
ΣΑΝΝΑ
+1 #86 ΣΑΝΝΑ 13-05-2019 22:32


img.discogs.com/.../filters:strip_icc():format(jpeg):mode_rgb():quality(40)/discogs-imag es/R-5944677-1407003168-5211.jpeg.jpg
ΣΑΝΝΑ
+1 #87 ΣΑΝΝΑ 13-05-2019 22:33
Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
1. Αλίκη Καγιαλόγλου

Μην πετάς ποτέ, ποτέ
σε άδειους ουρανούς.
Παραδείσους μακρινούς
ποτέ μη ζητάς.

Δε θα δεις ποτέ, ποτέ
το φως το αληθινό.
Σ’ έναν κόσμο σκοτεινό
το φως δε θα δεις.

Ο άνθρωπος κάθε φορά
τρελά δανείζεται φτερά
και ψάχνει εδώ και ψάχνει εκεί,
για μια χαμένη Κυριακή.
ΣΑΝΝΑ
+1 #88 ΣΑΝΝΑ 13-05-2019 22:34
Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
1. Γρηγόρης Μπιθικώτσης
2. Αλεξάνδρα
3. Σαββίνα Γιαννάτου
4. Γιώργος Νταλάρας
5. Αλίκη Καγιαλόγλου
6. Ελένη Βιτάλη
7. Μανώλης Λιδάκης

Πού το πάνε το παιδί χελιδόνι σε κλουβί
πού το πάνε το παιδί και κανείς δεν το `χει δει
πού το παν το παλληκάρι κάθε νύχτα με φεγγάρι
πού το πάνε τι του λένε και τ’ αδέρφια του το κλαίνε

Στης ψυχής μου τον καθρέφτη ίσκιος άρχισε να πέφτει
ίδια η μοίρα που με φέρνει ίδια η μοίρα που με παίρνει

Με κοιτάνε κάθε αυγή και τα μάτια τους πληγή
με κοιτάνε κάθε αυγή και τα λόγια τους κραυγή
με κοιτάνε με κοιτάνε και τα μαύρα τους φοράνε
κι ένας παραπέρα στέκει και κρατάει αστροπελέκι

Στης ψυχής μου τον καθρέφτη ίσκιος άρχισε να πέφτει
ίδια η μοίρα που με φέρνει ίδια η μοίρα που με παίρνει

Πού το πάνε το παιδί χελιδόνι σε κλουβί
πού το πάνε το παιδί και κανείς δεν το `χει δει
ΣΑΝΝΑ
+1 #89 ΣΑΝΝΑ 13-05-2019 22:37
Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Πρώτη εκτέλεση: Δήμητρα Γαλάνη

Άλλες ερμηνείες:
Βασίλης Λέκκας & Ηλίας Λιούγκος
Αλίκη Καγιαλόγλου
Μάριος Φραγκούλης
Σαββίνα Γιαννάτου
Μαρία Φαραντούρη

Περιμπανού τη λέγαν τα παιδιά, Περιμπανού
κι ήτανε δεκαπέντε χρονών
Έγραφε τ’ όνομά της στον καθρέφτη τ’ ουρανού
μ’ ενός πνιγμένου γλάρου φτερό

Μα της ζωής το κύμα το παράφορο
σάρωσε βάρκες και κουπιά
Και στο μεγάλο κόσμο τον αδιάφορο
ποιος τη θυμάται τώρα πια

Περιμπανού την έλεγα κι εγώ, Περιμπανού
κι ας μη με είχε ακούσει κανείς
Έμοιαζε με κοχύλι στο βυθό του αυγερινού
προτού καρδιά μου πέτρα γενείς

Μα της ζωής το κύμα...




Paroles: Nikos Ykatsos
Musique: Manos Hatzidakis
Première Performance: Dimitra Yalani

Autres interprétations:
Vasilis Lekkas & Ilias Liouykos
Aliki Kayialoylou
Marios Fraykoulis
Savvina Yiannatou
Maria Farantouri

Les enfants l'appelaient Peribanou
elle avait quinze ans
elle écrivait son nom sur le miroir du ciel
avec la plume d'une mouette noyée

Mais la vague violente de la vie
a balayé barques et rames
et dans le monde vaste et indifférent
qui se souvient d'elle encore

Moi aussi je l'appelais Peribanou
même si personne ne m'écoutait
elle ressemblait à un coquillage dans le reflet de l'étoile du matin
avant que mon coeur ne devienne pierre

Mais la vague de la vie...
ΣΑΝΝΑ
+1 #90 ΣΑΝΝΑ 13-05-2019 22:39
κρίμα που περνάει η ώρα σαν νεράκι :sad:
ΣΑΝΝΑ
+1 #91 ΣΑΝΝΑ 13-05-2019 22:40
Ένα σπίρτο στο τραπέζι
πήρε μόνο του φωτιά,
κι άρχισ' η φωτιά να παίζει
στην τρελή σου τη ματιά.
Σπίθα πάνω σπίθα κάτω
ποιος να πάρει μυρουδιά,
κι όταν ήρθε το Σαββάτο
μου 'χες κάψει τη καρδιά.

Πας για να βγάλεις τ' άχτι σου
μα δε θα γίνω στάχτη σου,
κι αν μ' έκαψες κι αν μ' έκαψες
να μ' αγαπάς δεν έπαψες.
Πας για να βγάλεις τ' άχτι σου
μα δε θα γίνω στάχτη σου,
κι αν μ' έκαψες κι αν μ' έκαψες
να μ' αγαπάς δεν έπαψες.

Ένα σπίρτο στο τραπέζι
τα 'καν όλα ρημαδιό,
κι ένα γέλιο τρεμοπαίζει
στα χειλάκια σου τα δυο.
Σπίθα κάτω σπίθα πάνω
δεν αντέχω πια ντροπές,
με φιλιά σε καλοπιάνω
με πληρώνεις μ' αστραπές.

Πας για να βγάλεις τ' άχτι σου
μα δε θα γίνω στάχτη σου,
κι αν μ' έκαψες κι αν μ' έκαψες
να μ' αγαπάς δεν έπαψες.
Πας για να βγάλεις τ' άχτι σου
μα δε θα γίνω στάχτη σου,
κι αν μ' έκαψες κι αν μ' έκαψες
να μ' αγαπάς δεν έπαψες.
ΣΑΝΝΑ
+1 #92 ΣΑΝΝΑ 13-05-2019 22:40
ΣΑΝΝΑ
+1 #93 ΣΑΝΝΑ 13-05-2019 22:42
ΣΑΝΝΑ
+1 #94 ΣΑΝΝΑ 13-05-2019 22:43
Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Μουσική: Δημήτρης Παπαδημητρίου
1. Φωτεινή Δάρρα

Άκου κατηγορουμένη,
είσαι άσχημα μπλεγμένη!
Βαλ’ το χέρι στο Βαγγέλιο
κι άσε το σαρδόνιο γέλιο!

Βαλ’ το χέρι στο Βαγγέλιο
κι άσε το σαρδόνιο γέλιο!
Θα την καταπιείς τη φόλα
και θα τα ξεράσεις όλα.

Τι να κάνω η κακομοίρα
έτσι τα `φερε η μοίρα.

Τι να κάνω, τι να κάνω;
Μη με δώστε σε σουλτάνο!
Μη με δώστε σε σουλτάνο!
Τι να κάνω, τι να κάνω;

Βλέπω το `ριξες και πάλι
στη σπατάλη στην κροιπάλη.
Έχεις τα παιδιά σου σκόρπια
κι αγριέψανε τα Σκόπια.

Έχεις τα παιδιά σου σκόρπια
κι αγριέψανε τα Σκόπια.
Κι αν δεν βγεις από το βούρκο
χαιρετίσματα στον Τούρκο.

Τι να κάνω η κακομοίρα
έτσι τα `φερε η μοίρα.

Τι να κάνω, τι να κάνω;
Μη με δώστε σε σουλτάνο!
Μη με δώστε σε σουλτάνο!
Τι να κάνω, τι να κάνω;

Κάνε μόκο κατεργάρα
μη σε πνίξω στο Νιαγάρα
που `γινες αντί για φως μου
ο περίγελος του κόσμου.

Που `γινες αντί για φως μου
ο περίγελος του κόσμου.
Θα σε θάψουν με κοτρόνια
γι’ άλλα τετρακόσια χρόνια.

Τι να κάνω η κακομοίρα
έτσι τα `φερε η μοίρα.

Τι να κάνω, τι να κάνω;
Μη με δώστε σε σουλτάνο!
Μη με δώστε σε σουλτάνο!
Τι να κάνω, τι να κάνω;
ΣΑΝΝΑ
+1 #95 ΣΑΝΝΑ 13-05-2019 22:45
SpIrtoKoyto_On Air
+1 #96 SpIrtoKoyto_On Air 13-05-2019 22:46
Παραθέτοντας ΣΑΝΝΑ:

Ε ναι...πάει μπούνια τώρα... ;-)
ΣΑΝΝΑ
+1 #97 ΣΑΝΝΑ 13-05-2019 22:46
ΣΑΝΝΑ
+1 #98 ΣΑΝΝΑ 13-05-2019 22:49
Κάθε φορά που ανοίγεις δρόμο στη ζωή
μην περιμένεις να σε βρει το μεσονύχτι
έχε τα μάτια σου ανοιχτά βράδυ πρωί
γιατί μπροστά σου πάντα απλώνεται ένα δίχτυ
έχε τα μάτια σου ανοιχτά βράδυ πρωί
γιατί μπροστά σου πάντα απλώνεται ένα δίχτυ

Αν κάποτε στα βρόχια του πιαστείς
κανείς δε θα μπορέσει να σε βγάλει
μονάχος βρες την άκρη της κλωστής
κι αν είσαι τυχερός ξεκινά πάλι
μονάχος βρες την άκρη της κλωστής
κι αν είσαι τυχερός ξεκινά πάλι

Αυτό το δίχτυ έχει ονόματα βαριά
που είναι γραμμένα σ’ επτασφράγιστο κιτάπι
άλλοι το λεν του κάτω κόσμου πονηριά
κι άλλοι το λεν της πρώτης άνοιξης αγάπη

Αν κάποτε στα βρόχια του πιαστείς
κανείς δε θα μπορέσει να σε βγάλει
μονάχος βρες την άκρη της κλωστής
κι αν είσαι τυχερός ξεκινά πάλι
μονάχος βρες την άκρη της κλωστής
κι αν είσαι τυχερός ξεκινά πάλι


yes headphones
ΣΑΝΝΑ
+1 #99 ΣΑΝΝΑ 13-05-2019 22:49
ΣΑΝΝΑ
+1 #100 ΣΑΝΝΑ 13-05-2019 22:51
kiss :/thank-you
SpIrtoKoyto_On Air
+1 #101 SpIrtoKoyto_On Air 13-05-2019 22:51
Παραθέτοντας ΣΑΝΝΑ:
kiss :/thank-you

kiss
ΣΑΝΝΑ
+1 #102 ΣΑΝΝΑ 13-05-2019 22:52
Έβαλε ο Θεός σημάδι
παλληκάρι στα Σφακιά
κι ο πατέρας του στον Άδη
άκουσε μια τουφεκιά.

Της γενιάς μου βασιλιά,
μην κατέβεις τα σκαλιά.
Πιες αθάνατο νερό
να νικήσεις τον καιρό.

Έβαλε ο Θεός σημάδι
παλληκάρι στα Σφακιά
κι η μανούλα του στον Άδη
τράβηξε μια χαρακιά.

Της καρδιάς μου βασιλιά
με τον ήλιο στα μαλλιά,
μην περνάς τη χαρακιά
η ζωή είναι πιο γλυκιά.
SpIrtoKoyto_On Air
#103 SpIrtoKoyto_On Air 13-05-2019 22:53
Παραθέτοντας ΣΑΝΝΑ:
Έβαλε ο Θεός σημάδι
παλληκάρι στα Σφακιά
κι ο πατέρας του στον Άδη
άκουσε μια τουφεκιά.

Της γενιάς μου βασιλιά,
μην κατέβεις τα σκαλιά.
Πιες αθάνατο νερό
να νικήσεις τον καιρό.

Έβαλε ο Θεός σημάδι
παλληκάρι στα Σφακιά
κι η μανούλα του στον Άδη
τράβηξε μια χαρακιά.

Της καρδιάς μου βασιλιά
με τον ήλιο στα μαλλιά,
μην περνάς τη χαρακιά
η ζωή είναι πιο γλυκιά.

Ο Ιησούς...!!!!!
ΣΑΝΝΑ
+1 #104 ΣΑΝΝΑ 13-05-2019 22:53
ΣΑΝΝΑ
+1 #105 ΣΑΝΝΑ 13-05-2019 22:55
Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος
1. Σταύρος Ξαρχάκος
2. Λεωνίδας Βελής
3. Ελένη Δήμου
4. Δήμητρα Γαλάνη

Το πρακτορείο
θολό και κρύο
κάποιοι μιλάνε για παράξενες βροχές
και το ταξίδι
σαν άγριο φίδι
γεμίζει φόβο τις αδύνατες ψυχές

Απόψε μοιάζουμε κι οι δύο
πιο πίσω `γω κι εσύ μπροστά
σα βραδινό λεωφορείο
που `χει τα φώτα του σβηστά
για μας ο κόσμος δεν τελειώνει
για μας ο κόσμος αρχινά
μα της καρδιάς το μαύρο χιόνι
δε θα μας βγάλει πουθενά

Το πρακτορείο
Θολό και κρύο
κάποιοι μιλάνε για παράξενες βροχές
και το ταξίδι
σαν άγριο φίδι
γεμίζει φόβο τις αδύνατες ψυχές

Άντρα και γείτονα και φίλε
στη φτώχεια και στην προσφυγιά
μια παγωμένη σπίθα στείλε
να σου την κάνω πυρκαγιά
Κι αν δεν καείς έλα κατόπι
που δε θα μείνει πια κανείς
για να γίνουμε πάλι ανθρώποι
στο κήπο της Γεθσημανής
ΣΑΝΝΑ
+1 #106 ΣΑΝΝΑ 13-05-2019 22:56
ΣΑΝΝΑ
+1 #107 ΣΑΝΝΑ 13-05-2019 22:57


Σμαραγδενια
+1 #108 Σμαραγδενια 13-05-2019 22:59
οτι εχουμε αποψε μονο ανατριχιλα μας εφερε για τοσο αθανατα τραγουδια.. που οσα χρονια και να περασουν θα μεινουν μεσα στις καρδιες μας.. σπιρτο μου βεβαια ολη τη δουλεια την εκανε η ΣΑΝΝΑ ε; να τα λεμε αυτα..!!! οτι τραγούδι δεν ακουσα θα το κανω αυριο καλο σου βραδυ Σπιρτοκουτο ..η πτηση σου απωψε μας απογειωσε..!!!! bow down bow down
ΣΑΝΝΑ
+1 #109 ΣΑΝΝΑ 13-05-2019 22:59
Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος
1. Βίκυ Μοσχολιού

Πρωτομαγιά
με το σουγιά
χαράξαν το φεγγίτη
και μια βραδιά
σαν τα θεριά
σε πήραν απ’ το σπίτι.

Κι ένα πρωί σε μια γωνιά στην Κοκκινιά
είδα το μπόγια να περνά και το φονιά
γύρευα χρόνια μες στον κόσμο να τον βρω
μα περπατούσε με το χάρο στο πλευρό.

Νυν και αεί
μες στη ζωή
σε είχα αραξοβόλι
μα μιαν αυγή
στη μαύρη γη
σε σώριασε το βόλι.

Κι ένα πρωί σε μια γωνιά στην Κοκκινιά
είδα το μπόγια το ληστή και το φονιά
του `χανε δέσει στο λαιμό του μια τριχιά
και του πατάγαν το κεφάλι σαν οχιά.
SpIrtoKoyto_On Air
#110 SpIrtoKoyto_On Air 13-05-2019 23:00
Παραθέτοντας Σμαραγδενια:
οτι εχουμε αποψε μονο ανατριχιλα μας εφερε για τοσο αθανατα τραγουδια.. που οσα χρονια και να περασουν θα μεινουν μεσα στις καρδιες μας.. σπιρτο μου βεβαια ολη τη δουλεια την εκανε η ΣΑΝΝΑ ε; να τα λεμε αυτα..!!! οτι τραγούδι δεν ακουσα θα το κανω αυριο καλο σου βραδυ Σπιρτοκουτο ..η πτηση σου απωψε μας απογειωσε..!!!! bow down bow down

Καλή συνέχεια κοριτσάκι μου...Πολλά πολλά φιλιά... filakia
ΣΑΝΝΑ
+1 #111 ΣΑΝΝΑ 13-05-2019 23:01
ΣΑΝΝΑ
+1 #112 ΣΑΝΝΑ 13-05-2019 23:05
καλή ξεκούραση Βιβή /&antio
SpIrtoKoyto_On Air
+1 #113 SpIrtoKoyto_On Air 13-05-2019 23:06
Παραθέτοντας ΣΑΝΝΑ:
καλή ξεκούραση Βιβή /&antio

Φιλιά κοριτσάκι μου...Καλή συνέχεια με ευχαριστίες... filakia
ΣΑΝΝΑ
+1 #114 ΣΑΝΝΑ 13-05-2019 23:06
Δεν έχω σπίτι πίσω για να `ρθώ
ούτε κρεβάτι για να κοιμηθώ
δεν έχω δρόμο ούτε γειτονιά
να περπατήσω μια Πρωτομαγιά.

Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα
μου τα ‘πες με το πρώτο σου το γάλα.

Μα τώρα που ξυπνήσανε τα φίδια
εσύ φοράς τα αρχαία σου στολίδια
και δε δακρύζεις ποτέ σου μάνα μου Ελλάς
που τα παιδιά σου σκλάβους ξεπουλάς.

Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα
μου τα ‘πες με το πρώτο σου το γάλα.

Μα τότε που στη μοίρα μου μιλούσα
είχες ντυθεί τα αρχαία σου τα λούσα
και στο παζάρι με πήρες γύφτισσα μαϊμού
Ελλάδα Ελλάδα μάνα του καημού.

Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα
μου τα ‘πες με το πρώτο σου το γάλα.

Μα τώρα που η φωτιά φουντώνει πάλι
εσύ κοιτάς τα αρχαία σου τα κάλλη
και στις αρένες του κόσμου μάνα μου Ελλάς
το ίδιο ψέμα πάντα κουβαλάς.
SpIrtoKoyto_On Air
+1 #115 SpIrtoKoyto_On Air 13-05-2019 23:07
Παραθέτοντας ΣΑΝΝΑ:
Δεν έχω σπίτι πίσω για να `ρθώ
ούτε κρεβάτι για να κοιμηθώ
δεν έχω δρόμο ούτε γειτονιά
να περπατήσω μια Πρωτομαγιά.

Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα
μου τα ‘πες με το πρώτο σου το γάλα.

Μα τώρα που ξυπνήσανε τα φίδια
εσύ φοράς τα αρχαία σου στολίδια
και δε δακρύζεις ποτέ σου μάνα μου Ελλάς
που τα παιδιά σου σκλάβους ξεπουλάς.

Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα
μου τα ‘πες με το πρώτο σου το γάλα.

Μα τότε που στη μοίρα μου μιλούσα
είχες ντυθεί τα αρχαία σου τα λούσα
και στο παζάρι με πήρες γύφτισσα μαϊμού
Ελλάδα Ελλάδα μάνα του καημού.

Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα
μου τα ‘πες με το πρώτο σου το γάλα.

Μα τώρα που η φωτιά φουντώνει πάλι
εσύ κοιτάς τα αρχαία σου τα κάλλη
και στις αρένες του κόσμου μάνα μου Ελλάς
το ίδιο ψέμα πάντα κουβαλάς.

Δεν άντεξες ε...???
Να βάλεις την τελευταία πινελιά... xtipiemai gelio :/thank-you
Σμαραγδενια
#116 Σμαραγδενια 13-05-2019 23:09
καλο σας βραδυ ευχαριστουμε.!! bow down

- Για να δημοσιεύσετε το σχόλιό σας πρέπει να έχετε δημιουργήσει λογαριασμό και να είστε συνδεδεμένοι

- Ιn order to post comments,you must be LOGIN

...ΙΣΩΣ & ΑΥΤΑ

 

ΤΑ ΛΕΜΕ ΚΑΙ ΑΠΟ ΕΔΩ ΣΤΑ SOCIAL