Δ

ηό πράγματα εφάγαμε ώς ’τώρα με κουτάλα,
την δόξα και τα
δάνεια και δεν μας μέλλει γι’
άλλα…
Ο Ρωμηός
φ. 419, 06.02.1893
Check in απόψε στις 9 το βράδυ…
?w=640 Μια φορά ο Γαβριηλίδης πρότεινε στον Σουρή να φάνε μαζί στο μικρό εστιατόριο του Τσελεμεντέ. Ο Γαβριηλίδης είχε στο νου του να προηγηθεί ένα θαλάσσιο λουτρό και να κάτσουν στη συνέχεια για γεύμα. Ο Σουρής όμως που φοβόταν τη θάλασσα είχε αντιρρήσεις. Έλεγε ότι το λουτρό θα του έκοβε την όρεξη. Δέχθηκε όμως να περιμένει τον Γαβριηλίδη να τελειώσει το μπάνιο του για να φάνε μαζί. Ο Γαβριηλίδης όμως όταν έφτασε να βγει από τη θάλασσα είχε κουραστεί πολύ και ήθελε περισσότερο να κοιμηθεί ενώ αντίθετα ο Σουρής έφαγε διπλάσια καθώς αναμένοντας για ώρα στο τραπέζι είχε στην κυριολεξία… Διαβάστε περισσότερα/Read more »
https://encrypted-tbn0.gstatic.com/images?q=tbn:ANd9GcTnUvLbA1fskJ_fdha9SPJ1VtnrzCcM68QcMyTHDoQQhRX8VcOrPw&s Ο Σουρής και τα μέσα μεταφοράς Ο Σουρής φοβόταν πολύ όλα τα μέσα μεταφοράς, το καθένα για ξεχωριστό λόγο. Στον ηλεκτρικό σιδηρόδρομο για παράδειγμα φοβόταν την υπόγεια διαδρομή του. Τον χρησιμοποιούσε μέχρι το Θησείο όπου κατέβαινε. Από εκεί πήγαινε στο κέντρο της Αθήνας με τα πόδια. Ωστόσο μια φορά ο Πώπ που τον συνόδευε από το Νέο Φάληρο μέχρι την Αθήνα, αντί να τον κατεβάσει στο Θησείο, τον κράτησε μέχρι που το τραίνο έφτασε στην Ομόνοια. Ο Σουρής τότε θύμωσε και είπε ότι εξαιτίας του διέτρεξε θανάσιμο κίνδυνο. Τον ίδιο φόβο όμως είχε και με τα αυτοκίνητα. Κάποιο καλοκαίρι… Διαβάστε περισσότερα/Read more »
Μπροστά από το ξενοδοχείο του Σταθμού «Μέγα Ξενοδοχείον» τα καλοκαίρια συνήθιζε σε ένα συγκεκριμένο σημείο να κάθεται ο Σουρής με την παρέα του. Αυτό γινόταν τις απογευματινές ώρες όπου ένας μεγάλος αριθμός φίλων έπιανε αρκετά τραπεζάκια μπροστά από το ξενοδοχείο.
Όλοι στο Νέο Φάληρο γνώριζαν ποια ήταν τα τραπεζάκια αυτά και δεν πλησίαζαν. Τα είχαν ονομάσει «Σουρέϊκα» και απέφευγαν να κάτσουν σε αυτά. Ωστόσο κάθονταν γύρω τους ώστε να απολαμβάνουν τις πνευματώδεις συζητήσεις της παρέας. Φιλοδωρούσαν μάλιστα και τον Σπύρο (το γκαρσόνι του ξενοδοχείου του Σταθμού) για να τους «κρατάει» τραπέζια σε πρώτη σειρά γύρω από τα «Σουρέϊκα».
Ὁ ἐθνικὸς μας ποιητὴς προχθὲς στὸν Παρνασσὸ ἐπίγειο Παράδεισο μᾶς εἶπε τὴν Ἀθήνα, στεφάνι μὲ τὴ λύρα του τῆς ἔπλεξε χρυσό, τὴ στόλισε μὲ γιασεμιά, μὲ ρόδα καὶ μὲ κρίνα, τὴν εἶπε γλυκοχάραγμα, τοῦ Γαβριὴλ λουλοῦδι αἷμα Χριστοῦ, μετάληψι, τῶν τραγουδιῶν τραγοῦδι. Πολὺ καλά… ὁ Ἀχιλλεὺς ἂς τὴν ἐγκωμιάζῃ, εἰς τὸν Παράσχον ὁ καθεὶς τὰ πάντα ἐπιτρέπει. Πρέπει συχνὰ σὰν ποιητὴς νὰ μᾶς ἐνθουσιάζῃ, κι’ ὅλα ἐμπρός του φωτεινὰ κι’ ὡραῖα νὰ τὰ βλέπῃ. Ὅμως ἐγώ, τί νὰ σᾶς πῶ… τὰ βλέπω κἄπως σκοῦρα καὶ εἶναι μόνη μου χαρὰ ἡ γρίνια κι’ ἡ μουρμοῦρα. Ἂς καίῃ ὁ Παράσχος μας τἀναίσθητά… Διαβάστε περισσότερα/Read more »
Στον καφενέ απ’ έξω σαν μπέης ξαπλωμένος, τού ήλιου τίς ακτίνες αχόρταγα ρουφώ, και στων εφημερίδων τα νέα βυθισμένος, κανέναν δεν κοιτάζω, κανέναν δεν ψηφώ. Σε μια καρέκλα τόνα ποδάρι μου τεντώνω, το άλλο σε μιαν άλλη, κι ολίγο παρεκεί αφήνω το καπέλο, και αρχινώ με τόνο τούς υπουργούς να βρίζω και την πολιτική. Ψυχή μου! τι λιακάδα! τι ουρανός! τι φύσις! αχνίζει εμπροστά μου ο καϊμακλής καφές, κι εγώ κατεμπνευσμένος για όλα φέρνω κρίσεις, και μόνος μου τίς βρίσκω μεγάλες και σοφές. Βρίζω Εγγλέζους, Ρώσους, και όποιους άλλους θέλω και στρίβω το μουστάκι μ’ αγέρωχο πολύ, και μέσα στο… Διαβάστε περισσότερα/Read more »
Στὸν καφενὲ ἀπ᾿ ἔξω σὰν μπέης ξαπλωμένος, τοῦ ἥλιου τὶς ἀκτῖνες ἀχόρταγα ρουφῶ, καὶ στῶν ἐφημερίδων τὰ νέα βυθισμένος, κανέναν δὲν κοιτάζω, κανέναν δὲν ψηφῶ. Σὲ μία καρέκλα τὅνα ποδάρι μου τεντώνω, τὸ ἄλλο σὲ μίαν ἄλλη, κι ὀλίγο παρεκεῖ ἀφήνω τὸ καπέλο, καὶ ἀρχινῶ μὲ τόνο τοὺς ὑπουργοὺς νὰ βρίζω καὶ τὴν πολιτική. Ψυχή μου! τι λιακάδα! τι οὐρανὸς ! τι φύσις ! ἀχνίζει ἐμπροστά μου ὁ καϊμακλῆς καφές, κι ἐγὼ κατεμπνευσμένος γιὰ ὅλα φέρνω κρίσεις, καὶ μόνος μου τὶς βρίσκω μεγάλες καὶ σοφές. Βρίζω Ἐγγλέζους, Ρώσους, καὶ ὅποιους ἄλλους θέλω, καὶ στρίβω τὸ μουστάκι μ᾿ ἀγέρωχο πολύ, καὶ… Διαβάστε περισσότερα/Read more »
Στίχοι:Γιώργος Σουρής Μουσική:Χρυσάνθη Μπαρέλη 1. Χρυσάνθη Μπαρέλη Στον ύπνο μου, Αργίτισσα σε είδα και σου ζήτησα ένα γλυκό φιλί. Όμως εσύ δε σίμωνες κι από μακριά εθύμωνες, Αργίτισσα τρελή. Ώρα πολλή μ’ ελίγωνες και στην καρδιά μ’ επλήγωνες με χίλια δυο γινάτια. Αχ! Μα εγώ δεν κράτησα κι εμπρός σου εγονάτισα με δακρυσμένα μάτια. Και σ’ είπα: Έλα, σώσε με κι ένα φιλάκι δώσε με, Αργίτισσα, γλυκό. Χάρη μικρή σου ζήτησα και το φιλί, Αργίτισσα, μην το θαρρείς κακό. Σ’ αυτά τα λόγια έμεινα κι εξύπνησα κι απέμεινα χωρίς φιλί στο στόμα. Αχ! Ακριβά σαν χρήματα μου τα `χεις τα… Διαβάστε περισσότερα/Read more »
και που τα έλεγε πριν τοσα χρονια Σπιρτο μου τον ακουσε κανείς; αλλαξε τίποτα.. ; αστα… την αγαπη μου καλο σου μηνα και καληνηυχτα .. φιλιαααα!!!😊🧡