Θ

υμόμαστε τα παλιά μας. Την μουσική των νεανικών μας χρόνων. Το περιβάλλον,τα τραγούδια,την ατμόσφαιρα…
Check in απόψε στις 9 το βράδυ…
Μία η άνοιξη ένα το σύννεφο χρυσή βροχήβροχή που χόρευε σε κάμπο ώριμο ως το πρωίσαν στάχυα έλυσες πάνω στους ώμους μου χρυσά μαλλιάσαν στάχυ χόρεψες σαν στάχυα αμέτρητα ήταν τα φιλιάΜη μιλάς άλλο για αγάπη η αγάπη είναι παντούστην καρδιά μας στη ματιά μας τρώει τα χείλη τρώει το νουόταν θα ‘χουμε υποφέρει καλημέρα θα μας πειθα μας φύγει θα ξανάρθει κι όλο πάλι απ’ την αρχήΜία η θάλασσα ένας ο ήλιος της γλάροι λευκοίήλιος και θάλασσα γλυκό κορίτσι ζεστό πρωίπρωί κι ορθάνοιξα τα δυο σου πέταλα μ’ ένα φιλίκι εσύ μου χάρισες όλη την άνοιξη σ’ ένα κορμίΜη… Διαβάστε περισσότερα/Read more »
Μία η άνοιξη ένα το σύννεφο χρυσή βροχήβροχή που χόρευε σε κάμπο ώριμο ως το πρωίσαν στάχυα έλυσες πάνω στους ώμους μου χρυσά μαλλιάσαν στάχυ χόρεψες σαν στάχυα αμέτρητα ήταν τα φιλιά Μη μιλάς άλλο για αγάπη η αγάπη είναι παντούστην καρδιά μας στη ματιά μας τρώει τα χείλη τρώει το νουόταν θα χουμε υποφέρει καλημέρα θα μας πει<br>θα μας φύγει θα ξανάρθει κι όλο πάλι απ’ την αρχή</p><p style="margin-bottom: 10px; color: rgb(42, 66, 71); font-family: "Helvetica Neue", Helvetica, Arial, sans-serif; letter-spacing: normal; text-align: center; white-space: normal;">Μία η θάλασσα ένας ο ήλιος της γλάροι λευκοί<br>ήλιος και θάλασσα γλυκό κορίτσι ζεστό… Διαβάστε περισσότερα/Read more »
Tα νιάτα του έφαγε ο Στρατής
στα ναυπηγεία ολημερίς
φτιάχνει τα πιο γερά σκαριά
να παν οι άλλοι μακριά
να ταξιδέψουνε τη γη
οι τυχεροί, οι τυχεροί
T’ απόβραδο στο καπηλειό
με τον Γιωργή τον παραγιό
λένε για χώρες μακρινές
που δεν τις είδανε ποτές
ζηλεύουνε τους ναυτικούς
τους τυχερούς, τους τυχερούς
Σαράντα χρόνια στη δουλειά
φτιάχνει καράβια σαν πουλιά
κι αυτός καρφώθηκε εδώ,
δέντρο παλιό, δέντρο ξερό,
να καμαρώνει τους αϊτούς
τους τυχερούς, τους τυχερούς
Όταν πεθάνω, βρε Γιωργή
όταν σαλπάρω από τη γη
βάλε στη κάσα μου πανιά
βάλε της άλμπουρα, σκοινιά
πες πως ταξίδεψε κι αυτός
ο τυχερός, ο τυχερός
Έπεφτε βαθιά σιωπή
στο παλιό μας δάσο
“τρέξε να σε πιάσω”
μου χες πρωτοπεί
Και όταν έτριζε η βροχή
στα πεσμένα φύλλα,
πόση ανατριχίλα
μέσα στην ψυχή.Κίτρινο πικρό κρασί,
κίτρινο φεγγάρι,
φεύγαν οι φαντάροι
έφευγες και συ.
Κι είχες μέσα στην ματιά
ένα σκούρο θάμπος,
ένα σκούρο… σάμπωςνα ‘πεφτε η νυχτιάΚάποια κόκκινη πληγή
που δεν λέει να κλείσει,
το μικρό ξωκλήσι
δίπλα στην πηγή
Και μια κίτρινη σιγή
στο παλιό μας δάσο,
πώς να σε ξεχάσω
που σε πήρε η γη
Το παλιό ρολόι του μικρού σταθμού
στάθηκε στην ώρα του αποχωρισμού.
Είχε βασιλέψει και με φίλαγες
κοίταζες τα τρένα και δε μίλαγες.
Χάθηκες μέσα στ’ απόβραδο
μέσα στη μπόρα, τον καπνό
και τη νυχτιά.
Κι έγινε το Σαββατόβραδο
ένα λουλούδι πεταμένο στη φωτιά.
Στο παλιό μας σπίτι κάθε δειλινό
βγαίνω στο κατώφλι και σε καρτερώ
Και περνούν τα τρένα και σφυρίζουνε
μα τα χελιδόνια δε γυρίζουνε.
Χάθηκες μέσα στ’ απόβραδο
μέσα στη μπόρα, τον καπνό
και τη νυχτιά.
Κι έγινε το Σαββατόβραδο
ένα λουλούδι πεταμένο στη φωτιά.
Μια αγάπη για το καλοκαίρι
θα ‘μαι κι εγώ
να σου κρατώ δροσιά στο χέρι
να σε φιλώ.
Θα μ’ αγαπάς σαν καλοκαίρι
και σαν παιδί,
μα θα μου φύγεις με τ’ αγέρι
και τη βροχή.
Μια αγάπη για το καλοκαίρι
θα ‘μαι κι εγώ
να σου κρατώ δροσιά στο χέρι
να σε φιλώ.
Και σαν θα ‘ρθει το καλοκαίρι
και σε ζητώ
θα μείνει μόνο έν’ αστέρι
να το κοιτώ.